14 Μαΐ 2017




















Παρουσίαση μουσικής
413 Ο Πρίγκιπας
Η ΤΡΙΤΗ ΠΟΡΤΑ
Μinos, 2000

Μια όχι πολύ γνωστή δισκογραφική δουλειά της Λένας Πλάτωνος είναι « Η Τρίτη πόρτα» σε στίχους του φαρμακοποιού Θόδωρου Ποάλα, ο οποίος δεν ζει πιά. Όλα τα τραγούδια του δίσκου ερμηνεύει η Μαρία Φαραντούρη εκτός από τον Πρίγκιπα, τον οποίο τραγουδάει ο Γιώργος Νταλάρας.  

Ο Πρίγκιπας
Ένας πρίγκιπας μικρός πιο μικρός κι από ρεβίθι
κατοικούσε μοναχός μέσα σ’ ένα παραμύθι
σε πλανήτη ερημικό με μοναδικό του φίλο
ένα πρόβατο μικρό και τριαντάφυλλο με φύλλο.
Μα του κόσμου η οχιά σκότωσε το όνειρό μου
στων αιώνων την τροχιά ταξιδεύω τον καημό μου
η ψυχή πονά και κλαίει σε κανένα δεν το λέει.
Ένας πρίγκιπας φτωχός πιο φτωχός κι από κουρέλι
περπατούσε συνεχώς πίσω απ’ του έρωτα τα βέλη
μήπως βρει καμιά καρδιά δεν πειράζει τσακισμένη
να την πάρει αγκαλιά και να ζουν ευτυχισμένοι.
Ένας πρίγκιπας μικρός πιο μικρός κι από αγκάθι
όσο μια σταγόνα φως μες του σύμπαντος τα βάθη
κάθε νύχτα Άι Γιαννιού στις καρδιές φωτιές ανάβει
απ’ το φάρο τ’ ουρανού με του Σείριου το χάδι.


19 Απρ 2017
















Παρουσίαση Μουσικής
412 Λήγουσα-Παραλήγουσα

Τραγούδι της Μαίρης Δαλάκου γραμμένο σε ποίηση της Ρένας Καρθαίου γραμμένο και παιγμένο για Musical για παιδιά από εκπομπή της ΕΡΤ.

Λήγουσα-Παραλήγουσα-Προπαραλήγουσα
Το σκαλί το τελευταίο
Εγώ λήγουσα το λέω
Το σκαλί το παραπάνω
Παραλήγουσα και φτάνω
Και στο τρίτο κάνω στάση
Στην προπαραλήγουσα έχω φτάσει


25 Μαρ 2017










 Παρουσίαση μουσικής
411 Της γιαγιάς μου το σπίτι το παλιό.

Το τραγούδι αυτό είναι ιδέα και δημιούργημα της Σταυρούλας Ζώρζου, μιας πολυσχιδούς προσωπικότητας, η οποία συνδυάζει την οδοντιατρική τέχνη με την μουσική σύνθεση και την στιχουργική. Το κομμάτι αυτό πραγματεύεται με τρυφερότητα το δύσκολο θέμα του τελικού αποχωρισμού με την γιαγιά, όταν και τα τελευταία κινητά υπάρχοντα σκορπούν στους τέσσερεις ανέμους και το ακίνητο εκποιείται.  
Της γιαγιάς μου το σπίτι το παλιό
κληρονομήσαμε και το πουλήσαμε.
Της γιαγιάς μου το σπίτι το παλιό
ήταν άλλωστε χρόνια πια κλειστό.
Αχ! Τι να πω για το σπίτι που έπαιζα κρυφτό;
Αχ… τι να σας πω; Της γιαγιάς μου το σπίτι τ’ αγαπώ.
Πήγαμ’ όλοι πρωί μιας Κυριακής
να καθαρίσουμε, πριν το πουλήσουμε,
θείες, θείοι, ξαδέρφια, συγγενείς
και μαζί μας και κάποιος παλιατζής.
Αχ! Τι να πω; Στο παζάρεμα ήμουνα κι εγώ.
Αχ… τι να σας πω; Της γιαγιάς μου το σπίτι τ’ αγαπώ.
Βγήκαν όλα στη μέση της αυλής:
ο σπασμένος μπουφές κι ο παλιός καναπές,
σαστισμένος κοιτούσε ο παλιατζής.
Τι να πάρει από δαύτα πια κανείς;
Αχ! Τι να πω; Σαστισμένος τα κοίταζα κι εγώ.
Αχ… τι να σας πω; Της γιαγιάς μου το σπίτι τ’ αγαπώ.
Στο σπασμένο το τζάμι του μπουφέ
η γιαγιά μου η καλή είχε κάποιο χαρτί,
στο σπασμένο το τζάμι του μπουφέ,
που φυλούσαμε πάντα τον καφέ.
Αχ! Τι να πω; Το χαρτί πήρα κι άνοιξα να δω.
Αχ… τι να σας πω; Της γιαγιάς μου το σπίτι τ’ αγαπώ.
Διπλωμένη σ’ εκείνο το χαρτί
μια δική μου παλιά, παιδική ζωγραφιά,
κι από κάτω ανορθόγραφη γραφή:
«στη γιαγιάκα μου που αγαπώ πολύ»
Αχ! Τι να πω; Η καρδιά μου χωρίστηκε στα δυό.
Αχ… τι να σας πω; Της γιαγιάς μου το σπίτι τ’ αγαπώ.
Στης γιαγιάς μου το σπίτι το παλιό

η καρδιά μου χωρίστηκε στα δυό.


27 Φεβ 2017












Παρουσίαση μουσικής
410 Cappricio in modo balcanico
Νίκος Αστρινίδης – 90στά γενέθλια
SUBWAYS MUSIC, 2010

Ο δίσκος αυτός εκδόθηκε το 2010 και περιέχει έργα του συνθέτη, πιανίστα και δάσκαλου Νίκου Αστρινίδη. Γεννημένος το 1921 στην Ρουμανία έζησε και δούλεψε στο Παρίσι, στο Κάιρο και στη Θεσσαλονίκη.

Περιλαμβάνονται έργα για σόλο πιάνο, πιάνο με 4 χέρια, βιολί – πιάνο, φωνή – πιάνο, σαξόφωνο – πιάνο και βιολοντσέλλο – πιάνο καλύπτοντας μία περίοδο περίπου 60 χρόνων δημιουργίας και μουσικής εξέλιξης του δημιουργού τους, από  το 1946 έως το 2005. Οι περισσότερες συνθέσεις εκδίδονται δισκογραφικά για πρώτη φορά. Η επιλογή τους έγινε με τη συμμετοχή και έγκριση του συνθέτη. Το συγκεκριμένο κομμάτι του 1946 ερμηνεύουν η πιανίστα Ερατώ Αλακιοζίδου και ο τσελλίστας Βίκτωρ Δάβαρης. 


31 Ιαν 2017












Παρουσίαση μουσικής
Barcarolle Grecque
409. Ο ΑΤΤΙΚ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
2016, Μικρή Άρκτος

Ο Κλέων Τριανταφύλλου, ή Αττίκ είναι γνωστός ως συνθέτης μεγάλων επιτυχιών στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 20 μέχρι και το θάνατό του το 1944. Πριν όμως από την ζωή του στην Ελλάδα είχε μια μεγάλη καριέρα στο Παρίσι ως συνθέτης κομματιών για καμπαρέ και Βοντβίλ με γαλλικούς και ισπανικούς στίχους, τάνγκο, βαλς, φοξ τροτ. Αυτή η περίοδος στο Παρίσι από το 1908 έως το 1929 ήταν σχεδόν άγνωστη και ξεχασμένη και δεν υπάρχει ηχογραφημένο κανένα από αυτά τα τραγούδια.
Ο Γιώργης Χριστοδούλου ψάχνοντας το έργο του Αττίκ στο Παρίσι επί δύο χρόνια ανακάλυψε περίπου 240 παρτιτούρες σε βιβλιοθήκες, αρχεία και συλλέκτες.

Το συγκεκριμένο κομμάτι έχει τον τίτλο “ Barcarolle Grecque”.

31 Δεκ 2016

Παρουσίαση βιβλίου
Έχων σώας τας φρένας
Χιόνης Αργύρης
Εκδ. Κίχλη, 2016











Ο Αργύρης Χιόνης πέθανε. Απίστευτο και όμως λυπητερά πραγματικό. Μόνη μικρή παρηγοριά η τελευταία του γραφή, που ευτυχώς εκδόθηκε, για να μπορέσουμε να ρουφήξουμε μια στάλα καλή τέχνη του λόγου στην έρημο της συγγραφικής ανίας.
Το παρόν βιβλίο απαρτίζεται από εννέα διηγήματα, στα οποία κυριαρχούν -μόνα τους ή σε συνδυασμό- αυτοβιογραφικά, μυθοπλαστικά και ψευδοδοκιμιακά στοιχεία. Κοινό τους θέμα είναι -σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα- "το παράλογο της ύπαρξης και η ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής". Τα διηγήματα, γραμμένα με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, ακολουθούνται από σημειώσεις, οι οποίες εντάσσονται αφηγηματικά στο κείμενο με τρόπο που θυμίζει κάποτε τον Μπόρχες. Ωστόσο, τα παιγνιώδη στοιχεία λειτουργούν συνειδητά ως αντίβαρο στο υπαρξιακό βάθος. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας: "Επειδή το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά βαρύ ή, μάλλον, δυσβάστακτο, το ύφος είναι, συχνά, παιγνιώδες, ώστε να μη βαρύνεται η ψυχή όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και του ίδιου του συγγραφέα".
«Ένας στίχος του Αργύρη Χιόνη αρκεί για να συνοψίσει την ουσία της προσπάθειάς του στα χρόνια που επίμονα καλλιεργούσε την ποίηση, ως γραφή αλλά και ως τρόπο, τρόπο να θεάται κανείς τη ζωή και να την κατανοεί για να μπορέσει να την ζήσει: «Η ποίηση πρέπει να ’ναι», έγραφε, «ένα ζαχαρωμένο βότσαλο./ Πάνω που θα ’χεις γλυκαθεί/ να σπας τα δόντια σου». Τέτοια ήταν η ποίησή του, τέτοια και η πεζογραφία του: ηδύβρωτα κείμενα μ’ ένα πικρό κουκούτσι στον πυρήνα τους. Κάφκα και Μπέκετ για το παράλογο και μάταιο της ύπαρξης, Καρυωτάκης για τον δριμύ σαρκασμό –κατά πάντων, αλλά κυρίως κατά εαυτού–, Μπόρχες για την αδιάκοπη διανοητική περιδίνηση, Καβάφης για τη θαυμαστή ακρίβεια της γλώσσας παρά την ασπαίρουσα πληθωρικότητά της, είναι οι πνευματικοί πατέρες αυτού του κατ’ εξοχήν υπαρξιακού συγγραφέα που έφυγε νωρίς, αλλά, πέντε κιόλας χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να μας ευφραίνει με τα κείμενά του «εκείθεν του τάφου», χάρη στην ακαταπόνητη προσπάθεια και την αγαπητική μέριμνα της εκδότριάς του Γιώτας Κριτσέλη.
Η ανά χείρας συλλογή περιέχει εννέα αφηγήματα, φλογισμένα από τον πυρετό της ύπαρξης. Ωστόσο, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που ο συγγραφέας παραδίνεται σύγκορμος στο ρίγος του, ξέρει να μετριάζει με παιγνιώδη αψηφισιά την έντασή του. Πηγαίος λυρισμός και θυμόσοφη διάθεση, ιδιοφυής αξιοποίηση του μεταφυσικού στοιχείου, ασυγκράτητη λεκτική ευφορία, λοξός στοχασμός και μαζί πειρακτική σκανδαλιά που αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό του αναγνώστη, προσδίνουν σ’ αυτά τα πεζά μια βαθιά αινιγματική χάρη. Ο Χιόνης ανακατεύει τα είδη, δοκιμάζει τη γλώσσα, παίζει με τις συνηχήσεις, τις παρηχήσεις και τις ομόηχες λέξεις, επιδίδεται σε αναγραμματισμούς και υπαινικτικά λογοπαίγνια, διασκεδάζει με τις μεταφορές, κατά καιρούς επιστρατεύει το μέτρο και τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες για να κάνει ακόμη πιο δραστική την ειρωνεία, και παρότι καυστικός, επίμονα αντιστέκεται στην αποψίλωση του αισθήματος. «Ακίνητος δρομέας» (τίτλος που είχε διαλέξει για μια παλιότερη συλλογή του), ενίοτε νοσταλγός των μεγάλων αποστάσεων που άλλοτε διένυε, μα πλέον πιστός στην ηρακλείτεια ρήση «Οδός άνω κάτω μία και αυτή», μαστιγώνει τις λέξεις για να κινηθούν, δεν τις αφήνει ποτέ σε ησυχία. Γι’ αυτό, αν και ο ίδιος κάποια στιγμή «έκοψε μαχαίρι τα ταξίδια», οι λέξεις του παραμένουν δρομαίες.»

Σ’ όλο του το έργο, ο Αργύρης Χιόνης μετεωρίζεται πάνω από τον «ανελέητο κόσμο της λογικής» και τον αναποδογυρίζει. Εδώ, δίνοντας ψήγματα μιας οιονεί αυτοβιογραφίας, ανοίγει την πόρτα της παιδικής ηλικίας στα αλλοτινά Σεπόλια όπου μεγάλωσε, με τις αλάνες τους, το κατηχητικό και το ποδόσφαιρο, και το θυρόφυλλο της ώριμης ηλικίας στη γόνιμη μόνωση της ορεινής Κορινθίας· αφηγείται, συχνά με βέβηλο χιούμορ και μπορχεσιανή ευρηματικότητα, εξωφρενικά παραμύθια ακολουθώντας την παράδοση των ανατολίτικων διδακτικών μύθων («Το Δούρειον θήλυ»)· γράφει, συχνά με παρωδιακή διάθεση, ψευδοδοκίμια (για το τετράποδο τραπέζι, για τα κόλλυβα) και σύντομες πραγματείες (μια ιδιοφυή «γαλοψυχολογική» προσέγγιση π.χ. της συμπεριφοράς της γάτας του, της Φρόσως). Ως και οι σημειώσεις του μπορούν να διαβαστούν σαν λογοτεχνικοί υπαινιγμοί. Αλλά το πιο σπαρακτικό κείμενο του βιβλίου («Τότε που η Χίμαιρα») είναι αφιερωμένο στην ανεπούλωτη πληγή, που οι νυγμοί της αφυπνίζουν σαν βουκέντρα τη συγγραφική συνείδηση. Ο Χιόνης της δίνει όνομα (Χίμαιρα) και μορφή: την παρουσιάζει σαν ένα υβριδικό, άσχημο ζώο, που ο συγγραφέας βρήκε αιμόφυρτο κάτω από τη μουσμουλιά του κήπου του, το φρόντισε, το θεράπευσε, κι εκείνο έγινε αφοσιωμένο και απαιτητικό, ταγμένο να συντροφεύει στην περιπέτεια της συγγραφής τον ποντοπόρο, μέσα στην ηθελημένη ακινησία του, τον περιπλανώμενο στα πελάγη της γλώσσας, Οδυσσέα-Χιόνη. Όταν μια νύχτα η πιστή του συντρόφισσα βγαίνει αναπάντεχα από τη ζωή του, όταν την χάνει, τα ποιήματά του γίνονται «άψυχα ξύλα»· και τότε, το μόνο που του απομένει είναι «να σηκώνεται τα ξημερώματα, γυμνός, ξυπόλυτος, και να προστρέχει εκεί, στη μουσμουλιά, με την ελπίδα να ξαναβρεί εκείνη την αιμάσσουσα πληγή, τη χίμαιρα της ζωής του». Μια θαυμαστή αλληγορία για το τραύμα, που μετουσιώνεται σε δημιουργία (Καθημερινή, Κατερίνα Σχινά).

31 Οκτ 2016











Παρουσίαση μουσικής
408 Σφίγξ
ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ
LYRA, 1999


Απόσπασμα από την μουσική που έγραψε το 1999 ο Κώστας Βόμβολος για την παράσταση του ΚΘΒΕ του 1999 "Φοίνισσες" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. 

30 Σεπ 2016











Παρουσίαση μουσικής
407 Τι κι αν χαθείς κι αν φύγεις
ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ
LYRA, 1982

Ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που συνδύαζε, λογοτεχνία, δημοσιογραφία, στιχουργική και κυρίως μουσική σύνθεση τραγουδιών και οπερέτας. Το τραγούδι «Τι κι αν χαθείς κι αν φύγεις»  του 1943 τραγούδησαν πολλές και σημαντικές γυναίκες: η Σοφία Βέμπο, η Καίτη Παρίτση, η Δανάη, η Ρένα Βλαχοπουλου, η Στέλλα Γκρέκα. Η συγκεκριμένη ερμηνεία είναι της Μαργαρίτας Ζορμπαλά. Η επιλογή έγινε λόγω της ενδιαφέρουσας απόδοσης του κιθαριστικού accompagnement.

Τι κι αν χαθείς
κι αν φύγεις και μ’ αφήσεις
θσ ξαναρθείς
σαν θύμηση απαλή
Χωρίς μιλιά
κοντά μου θα καθίσεις
στη σιγαλιά
παρηγοριά δειλή
Θα σ’ έχω δίπλα μου και θα `σαι μακριά μου
θα μου χαϊδεύει η θύμησή σου τα μαλλιά,
μα ώσπου να κάνεις να χτυπήσει η καρδιά μου
θα ξαναφύγεις δίχως όρκους και φιλιά
Θα ξαναρθείς
κι αν φύγεις και αν σε χάσω
όποια βραδιά
θα σ’ έχω στην καρδιά
Δεν το μπορείς
κι αν θες να σε ξεχάσω
κι αν τ’ αρνηθείς
θα σε ζητώ, θα ξαναρθείς


15 Αυγ 2016














Παρουσίαση μουσικής
406. Ragtime
Jazz Suite
2015 Ανέκδοτο δισκογραφικά

Ο συνθέτης και φίλος της “Μενεστρέλλων Πολιτείας” Μιχάλης Ανδρονίκου διαβιών εν Καναδά, γράφει για το νέο αυτό έργο του που μας εμπιστεύτηκε:
«…Συνέθεσα την “Jazz Suite” το καλοκαίρι του 2015. Τα τέσσερα μέρη φέρουν τους τίτλους: “Ragtime, Waltz, Fox-Trot, Polka” από τα ονόματα χορευτικών ρυθμών Jazz του 1920 - 1930. Σκοπός μου ήταν να δημιουργήσω την ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου με ελεύθερο & δημιουργικό τρόπο. Θεωρώ ότι δεν πρόκειται για μουσική Jazz, αλλά για ένα έργο πιο κοντά στο ιδίωμα του Dmitri Shostakovich ή του  Béla Bartók. Η “Jazz Suite” γράφτηκε για να εμπνεύσει πιανίστες κάθε επιπέδου να εξερευνήσουν την κλασσική μουσική…»
Το έργο για δυο πιάνα ερμηνεύουν οι κυρίες Linda Kundert-Stoll & Sandra Joy Friesen.
Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι το 1ο από τα 4 μέρη και έχει τίτλο “Ragtime”.


Όλη η “Jazz Suite” εδώ: https://youtu.be/09tP86bQe94



29 Ιουν 2016

Παρουσίαση βιβλίου
Το άσπρο ελάφι
Thurber James
Εκδ. Ερατώ, 2003









Ένα κρυφό σουρεαλιστικό παραμύθι για μεγάλους, ακατάλληλο για σοβαροφανείς προσγειωμένους ενήλικες. Ένα συνεχές παιχνίδισμα με τις λέξεις. Μια ανατρεπτική μορφή διήγησης πάνω σε κλασική παραμυθένια δομή.
Ένα κείμενο σε πλήρη συγγένεια με την Μενεστρέλλων Πολιτεία.
Μια μετάφραση εμπνευσμένη από τον Σωτήρη Κακίση.
Καμία σχέση με το νεαρό άσπρο ελάφι του Χ. Χωμενίδη, που εκδόθηκε πρόσφατα.
Μερικά αποσπάσματα:
Αν ένα από κείνα τ’ απογεύματα του Απρίλη, τότε που ο καπνός κατεβαίνει προς τα κάτω αντί ν’ ανεβαίνει προς τα πάνω, τότε που τα κοντινά πράγματα μοιάζουνε μακριά πολύ και τα μακρινά κοντά, περπατήσετε και περιπλανηθείτε και πάτε αρκετά μακριά, πιθανόν να φτάσετε κάποτε στο μαγεμένο δάσος… Θ’ αντιληφθείτε τα δέντρα του από μεγάλη απόσταση, από να’ άρωμα που δε γίνεται να το ξεχάσετε ποτέ για τα καλά κι ούτε ποτέ καλά να το θυμάστε… Αν ξεριζώσετε ένα από τα δέκα χιλιάδες μανιτάρια που φυτρώνουν στο σμαραγδένιο χορτάρι… θα το αισθανθείτε βαρύ σα σφυρί στο χέρι σας, αν το αφήστε όμως θα πετάξει και θα χαθεί πάνω από τα δέντρα σα μικροσκοπικό αλεξίπτωτο, σέρνοντας πίσω του μαύρα και πορφυρά αστέρια.
Υπάρχει ακόμα κι ένας θρύλος, που πρωτοειπώθηκε από ραψωδούς το Μεσαίωνα, πως οι λαγοί εδώ μπορούν να χαιρετάνε με τα κεφάλια τους, όπως οι άνθρωποι χαιρετάνε με τα καπέλα τους, βγάζοντάς τα με τις πατούσες και ξαναφορώντας τα μετά…
«Ήρθε ένας μενεστρέλλος Μεγαλειώτατε», είπε ο Βασιλικός Αρχιθαλαμηπόλος.... Φέρτε τον μέσα αμέσως, θα μας τραγουδήσει για άντρες γενναίους…
Το άσπρο ελάφι έτρεχε ασταμάτητο διασχίζοντας το πράσινο δάσος κι ο βασιλιάς με τους γιούς του το ακολουθούσανε. Πέρασαν μπροστά απ’ το δέντρο που γάβγιζε, μέσα από τον μουσικό βούρκο, ανάμεσα από’ να σμήνος άφτερα πουλιά…. Το ελάφι οδήγησε τους διώκτες του ανάμεσα από έναν ασημένιο βάλτο, ένα μπρούτζινο έλος κι ένα χρυσό ξέφωτο… σφύριζε σαν βέλος καθώς πέρναγε από μια πύρινη λάσπη, από’ να σκοτεινό βαλτοτόπι…
Τέσσερα κότσια δακτύλων χτύπησαν εφτά φορές την πόρτα του πάνω δωματίου στον πύργο…
Ο πατέρας μου συχνά τραγουδούσε ένα σκοπό:
Πρίγκιπες και βασιλιάδες
Κούτσουρα και μαστραπάδες…
Η πριγκίπισσα μίλησε πάλι: … Αγάπησέ με αληθινά, μη με γελάσεις καμιά φορά, γυναίκα θα μείνω παντοτινά. Αν όμως ο έρωτας με γελάσει τρις, θα χαθώ σ’ ένα κλάσμα της στιγμής…


25 Μαΐ 2016












Παρουσίαση μουσικής
405. Η Μαντόνα των Εξαρχείων
Cartoon
2001 Corifeo, Eros Music

Ο δίσκος “Cartoon”  είναι η τελευταία δουλειά του συγκροτήματος «Ομαδική Απόδραση». «Ομαδική Απόδραση» είναι η γνωστή μουσική παρέα που αποτελείται από την Σοφία Μαυρογενίδου με το καταπληκτικό της φλάουτο, τον Αριστείδη Χατζησταύρου, τον Γιώργο Κατσάνο, την Φώφη Καρούντζου και τον Ρένο Λουφάκη. Ο μπασίστας Δημήτρης Οικονομάκης συνθέτει, όπως πάντα με έμπνευση και γράφει τους καταπληκτικούς στίχους. Το συγκεκριμένο κομμάτι έχει τίτλο: «Η μαντόνα των Εξαρχείων» και το τραγουδάει με τρυφερότητα ο Αριστείδης Χατζησταύρου. Ο Δημήτρης Οικονομάκης, μόνιμος φίλος της Μενεστρέλλων Πολιτείας, εκμυστηρεύεται: «…οι στίχοι περιγράφουν την πρώην σπιτονοικοκυρά μου. Μια μοναχική γυναίκα 40 περίπου χρονών, με μιά μικρή "τρέλλα". Μάζευε όλα τα γατιά της γειτονιάς. Και κάθε τόσο μου χτυπούσε την πόρτα για να πούμε μιά δειλή κουβέντα. Τακ Τακ...»

«Η Μαντόνα των Εξαρχείων».
Τακ, τακ, έχει ένα αμάξι παλιό
με χαρτόνια στις πόρτες,
με μπαλόνια στις ρόδες,
μ’ ασημένιες κορδέλες,  
κι έν’ άσπρο φτερό.
Τακ, τακ, κι όταν χαϊδεύει το γκάζι,
ο κόσμος αλλάζει
κι αυτή στους θεούς φτιάχνει κάστρα
από σύννεφα, σκόνη και φως.
Τακ, τακ, έχει παρέα δυό γάτους,
δυό τύπους φευγάτους
ντυμένους με φράκο, καπέλο,
σκαρπίνια και ροζ παπιγιόν.
Τακ, τακ, σαν αρχινά να βραδιάζει
τους γνέφει με νάζι,
κι αυτοί ζωγραφίζουν τοίχους,
με εξαίσιους στίχους γι αυτή.
Τακ, τακ, με δυό σταγόνες βροχής,
που χτυπάει τα τζάμια
τις διαβάζω σαν γράμμα,
δειλά με καλούν στον περίπλου της γης.
Τακ, τακ, περάσαν δυό χρόνια
κρυμμένη στις γρίλιες, ξεχασμένη,
Μαντόνα που όλο ταξιδεύει,
τα σπουργίτια πλανεύει,
και τους φτιάχνει κάστρα
από σύννεφα, σκόνη και φως.

13 Απρ 2016












Παρουσίαση μουσικής
404. Μαριονέτες
Ανέκδοτο έργο

Ο συνθέτης και καθηγητής μουσικής Λεωνίδας Φασσάρος δημιουργεί ένα μουσικό ζευγάρωμα εικόνας και ήχου. Έμπνευση του οι στάσεις και εκφράσεις των άψυχων αλλά γεμάτων ψυχή κούκλων. Η Μενεστρέλλων Πολιτεία έχει την χαρά να εντάξει στον κόσμο της αυτή την σημαντική μουσική προσωπικότητα και στην μουσική της συλλογή αυτό το σπάνιο έργο. Στην ερώτησή μας για το πώς εμπνεύστηκε για να γράψει μουσική για μαριονέτες, είπε: «Μελετώντας κανείς την ιστορία του κουκλοθέατρου και της μαριονέτας, θα παρατηρήσει πως γυρίζει χρόνια πίσω και κινείται σχεδόν παράλληλα σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός, ότι παντού οι μαριονέτες αποτέλεσαν εργαλείο μυθοπλασίας με υψηλή λειτουργικότητα στο θέατρο. Αυτό όμως που με γοήτευσε και με κινητοποίησε να συνθέσω μουσική για τις μαριονέτες, είναι το πώς ένα τόσο πολύπλοκο σύστημα μοχλών, παίρνει μορφή στα χέρια του μαριονετίστα. Μία άψυχη κούκλα, ξαφνικά αποκτά καινούργια υπόσταση, μιλά, περπατά, σηκώνεται, πέφτει, γελά, αισθάνεται, κινεί το σώμα της, μπορεί ακόμα και να πετάξει, ανάλογα με τον άνθρωπο που την κινεί. Είναι ένας ¨ξύλινος¨ ηθοποιός. Όλα αυτά κάνουν την κούκλα αυτή με τα σκοινιά πραγματικά πολύπλοκη, με συναισθήματα, ζωντανή, με πνοή, σχεδόν αυθύπαρκτη, μαγική…»

5 Μαρ 2016














Παρουσίαση μουσικής
403. Sonata for cello and piano
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ


Δύο σολίστ από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, η βιολοντσελίστα Σεντέφ Ερτσετίν και η πιανίστα Μαρία Παπαπετροπούλου, που έχουν τιμηθεί με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας και ειρήνης Αμπντί Ιπεκτσί, γιορτάζουν τα 20 χρόνια της μουσικής τους συνεργασίας με έναν ψηφιακό δίσκο.
Η συγκεκριμένη σύνθεση του τρομπετίστα και συνθέτη Νίκου Ξανθούλη έχει τίτλο «Sonata for cello and piano».Πρόκειται για τον γνωστό προικισμένο συνθέτη, με την πολύπλευρη δραστηριότητα, ο οποίος μεταξύ άλλων αποτελεί και τον πρωτοπόρο της αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής μουσικής. 


11 Φεβ 2016




















Παρουσίαση βιβλίου
Sapiens-Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου
Yuval Noah Harari
Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015

Ένα βιβλίο που σε κάνει να σκέφτεσαι. 
Mια σαρωτική ιστορία του πολιτισμού από την καταγωγή των ειδών μέχρι τους υπερανθρώπους, γεμάτη απροσδόκητα δεδομένα, αιρετικές σκέψεις, παράξενες θεωρίες και συγκλονιστικές αφηγήσεις. Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι "ανθρώπινα" είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα. Ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν; Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες, αναπάντεχες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί μπόρεσαν οι άνθρωποι να συγκεντρωθούν σε εκπληκτικά μεγάλους πληθυσμούς, ενώ οι άλλες ομάδες πρωτευόντων δεν ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα άτομα; Επειδή, λέει, το ταλέντο μας στο κουτσομπολιό μάς επιτρέπει να συγκροτούμε δίκτυα σε κοινωνίες που θα ήταν υπερβολικά μεγάλες για προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα μέλη τους, ενώ οι "φαντασιακές πραγματικότητες" που διαμορφώνουμε και αποδεχόμαστε -όπως το χρήμα, η εκκλησία, οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης- μας κρατάνε σε τάξη. Ποιος καλλιέργησε ποιον, ο άνθρωπος ή το σιτάρι; Το σιτάρι... Μολονότι οι έννοιες είναι ασυνήθιστες και περίπλοκες, η επιδέξια πρόζα και το πικρό, ανατρεπτικό χιούμορ του Χαράρι τα βγάζουν πέρα με ένα υλικό που μπορεί να προσφερόταν για ακαδημαϊκή πλήξη. Άλλωστε το βιβλίο επανέρχεται συχνά σ’ ένα άλλο ερώτημα: Όλη αυτή η πρόοδος κάνει άραγε τη ζωή μας πιο εύκολη κι εμάς πιο ευτυχισμένους; Η απάντηση μπορεί να σας απογοητεύσει.

26 Ιαν 2016













Παρουσίαση μουσικής
402. Carousel
Harmony Within
Ανέκδοτο έργο

Συλλογή από 10 μουσικά έργα «μινιατούρες» του συνθέτη Μιχάλη Ανδρονίκου για νέους δεξιοτέχνες, με σκοπό να τους επιτρέψει να γνωρίσουν τον θαυμαστό κόσμο των μουσικών ιδιωμάτων και ρυθμών από την Αναγέννηση έως τις αραβικές μελωδίες, και από τα Βαλκάνια έως την Λατινική Αμερική. Ο συνθέτης και καθηγητής μουσικής Μιχάλης Ανδρονίκου είναι μόνιμος κάτοικος των υπερ-βορείων καταλυμάτων της «Μενεστρέλλων Πολιτείας». Το συγκεκριμένο κομμάτι έχει τίτλο «Carousel» και η επιλογή του ήταν δύσκολη υπόθεση, μεταξύ τόσων άλλων ίσης αξίας δημιουργιών του εξαιρετικά παραγωγικού αυτού Έλληνα συνθέτη του Καναδά Το ερμηνεύει στο πιάνο η Jinkyung (Alice) Kim.




29 Δεκ 2015




















Παρουσίαση μουσικής
401. ΙΙΙ Βουκολικό.
Αναμνήσεις από τη γη του Ορφέα
Εκδόσεις Cambia, 2015

Ο συμπαγής δίσκος ακτίνας που συνοδεύει το ομώνυμο βιβλίο περιέχει 8 έργα του συνθέτη Κώστα Μπραβάκη για πιάνο. Όπως γράφει ο ίδιος πρόκειται για ... «ασκήσεις μνήμης. Ήχοι, εικόνες, βιώματα, έτσι όπως θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στην αθάνατη πεδιάδα του Έβρου». Ο Κώστας Μπραβάκης είναι μόνιμος κάτοικος των βορινών προαστείων της Μενεστρέλλων Πολιτείας. Το έργο είναι αφιερωμένο στον Θωμά Ταμβάκο, δημιουργό του αρχείου Ελλήνων Μουσουργών, ο οποίος και το παρήγγειλε. Στο πιάνο παίζει ο Χρήστος Νούλης. 

 

26 Νοε 2015














Παρουσίαση μουσικής
400. Αχ το φεγγάρι βάσανο
Δίσκος 45 στροφών, LYRA 1159

Για 400ο τραγούδι της «Μενεστρέλλων Πολιτείας» επιλέγουμε ένα συλλεκτικό κομμάτι που προσφέρει ο καλός φίλος Μανώλης Τζιλιβάκης. Πρόκειται για ένα από τα νεανικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που γράφτηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 30 και μελοποιήθηκε 30 χρόνια αργότερα από τον συνθέτη και προσωπικό φίλο του, ποιητή Σπήλιο Μεντή. Ο όχι πολύ γνωστός αυτός συνθέτης γεννήθηκε το 1912 και πέθανε το 1969. Ήταν Δημόσιος υπάλληλο, εφοριακός, αλλά και ικανός τραγουδοποιός, έγραφε μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις και τους στίχους των τραγουδιών του.
Ο Κώστας Μυλωνάς, στην «Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού», αναφέρει σχετικά: «Με μουσικό ύφος που δε θυμίζει τίποτα από τη δουλειά των προηγούμενων συναδέλφων του και δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τους χορευτικούς ρυθμούς και τις μελωδίες της ξένης μουσικής, ο Σπήλιος Μεντής κλείνει μέσα στα τραγούδια του το σπέρμα της ανανέωσης, που αργότερα θα ολοκληρωθεί στη δεκαετία του 60 με το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη... Η μουσική του γραφή κάνει μεγάλη εντύπωση, γιατί έχει μια παρθενικότητα, καθώς οι στρωτές και εμπνευσμένες μελωδίες του παντρεύονται ιδανικά με τους ελληνικούς ρυθμούς με τρόπο ευρηματικό και πρωτότυπο».
Η Αφροδίτη Μάνου στο ένθετο ενός δίσκου της με τραγούδια του Σπήλιου Μεντή γράφει:
«Η μελαγχολία της ελληνικής επαρχίας, όπως την έζησε ο ίδιος κι όπως την είδε σιωπηλή κι ακίνητη στις ποιητικές φωτογραφίες του Καρυωτάκη, τον άγγιξε βαθιά. Η ρουτίνα και η πλήξη στην πόλη ή το χωριό, αλλά και ο έρωτας και, εν τέλει, η αγάπη για τη ζωή μέσα στη ματαιότητα και την καθημερινότητά της ήταν τα προσφιλή του θέματα. Οι μελωδίες του στέρεες και καλοδουλεμένες, με μια ανάπτυξη που, πολλές φορές, ξαφνιάζει ακόμα και τον τραγουδιστή. Οι ρυθμοί του, άλλοτε καθαρά ελληνικοί, άλλοτε πιο ευρωπαϊκοί, πάντοτε απλοί και στρωτοί».
Το συγκεκριμένο τραγούδι, που αποτελεί ένα από τα δύο μοναδικά του συνθέτη σε λαϊκό στυλ, ερμηνεύουν οι αδελφές Μπέτυ και Μιράντα Δήμα με εξαιρετικά δροσερό τρόπο.
Αχ το φεγγάρι βάσανο
μικρός χρυσός αλήτης,
στο γιασεμί σκαρφάλωσε
και φέγγει τη μορφή της.
Στη στράτα τη μενεξελιά
διαβαίνει μια κοπέλα
και πέφτουν δυό ροδόφυλλα
κι ένα κρυφό λάλο έλα.
Αχ το φεγγάρι βάσανο
Κρυφά προβαίνει στη γωνιά
το δίβουλο φεγγάρι,
τ’ αστέρια σπέρνουν στη καρδιά
μαλαματένιο στάρι.
Αχ το φεγγάρι βάσανο
μικρός χρυσός αλήτης,
στο γιασεμί σκαρφάλωσε
και φέγγει τη μορφή της.
Στη στράτα τη μενεξελιά
διαβαίνει μια κοπέλα
και πέφτουν δυό ροδόφυλλα
κι ένα κρυφό λάλο έλα.




26 Οκτ 2015





















Παρουσίαση βιβλίου
Ο δειπνοσοφιστής
Ζουράρις Χρήστος
Εκδ. Ίκαρος, 1990

Ο Δειπνοσοφιστής, ψευδώνυμο του Χ. Ζουράρι, δεν γράφει διαλόγους αλλά αναλυτικά σχόλια ουσιαστικού χαρακτήρα που πολύ απέχουν απ’ το να είναι συνταγές ή κανόνες: το θέμα εδώ είναι η φιλοσοφία της γεύσης, η αισθητική της, η κοινωνιολογία της και, κυρίως, η τελετουργική της διάσταση. Στόχος: η σωστή χρήση της γεύσης ως εφεδρική μέθοδος για μια πιο υποδειγματική ζωή.
Στον "Δειπνοσοφιστή" περιέχονται τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν από το 1989 στο περιοδικό "Κ" της Καθημερινής.
Αποσπάσματα:

«Συμπόσιο: ... το φαγητό δεν πρέπει να μετατραπεί σε κτηνώδη πολυφαγία, το κρασί δεν πρέπει να οδηγήσει σε μέθη και η κουβέντα δεν πρέπει να καταλήγει σε ακατάσχετη φλυαρία...»

«Μουσακάς: ... σε κάθε μπουκιά ο ευτυχής μουσακοφάγος πρέπει να αισθάνεται και να διακρίνει βαθμηδόν πρώτα την αιχμηρότητα (δηλαδή το τραγανιστό και την ελαφρά πικράδα) των λαχανικών, έπειτα τη λαγνεία του ψιμμιθιωμένου κιμά και τέλος τη μαλακότητα της κρέμας, που ως αποστολή έχει την άμβλυνση των γευστικών αντιθέσεων και την αποκατάσταση της τελικής ισορροπίας σε ένα υψηλότερο επίπεδο γευστικής αρμονίας...»

«Γλυκά: ... γιατί το αίσθημα του γλυκού και όχι του πικρού, του αλμυρού, ή του ξινού χαρίζει στον άνθρωπο μια κορυφαία εντύπωση ηδονής, χαράς και ελευθερίας; ... Κατεξοχήν «θύματα» της γοητείας των γλυκών, δηλαδή αυτής της περίεργης και ηδονικής πολυτέλειας, υπήρξαν ανέκαθεν τα παιδιά ... όντα ευάλωτα στη φαντασμαγορία του περιττού, ευεπίφορα στα παιχνίδια και επιρρεπή στην περιπέτεια της επιθυμίας...»

«Ο χρόνος: ... ο χρόνος στον τόπο μας μπορεί, ανάλογα με την ένταση της πλήξης που μας διακατέχει, είτε να φαγωθεί είτε ν’ αποτελέσει αντικείμενο ποινικώς κολάσιμου αδικοπραγίας... φάγαμε την ώρα μας... σκοτώσαμε την ώρα μας...»

«... η σημαντικότερη συνέπεια της εξάρτησης της κουζίνας από τις εποχές ήταν η δημιουργία ενός γαστρονομικού κύκλου... τρώγοντας τις ντομάτες και τα αγγούρια το καλοκαίρι και περιμένοντας να χειμωνιάσει για να φάνε τα λάχανα και τα πράσα, οι άνθρωποι ανήγαγαν τον γαστρονομικό κύκλο σ’ ένα σύμβολο ευτυχίας, που εμπλούτιζε το παρόν, αντλώντας κύρος και ισχύ από την σταθερότητα της μνήμης και την προσδοκία της βέβαιης επιστροφής...»

15 Σεπ 2015














Παρουσίαση μουσικής
399. Γλυκιά Μαράτα
ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΘΕΡΙΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΖΑΝ ΣΤΑ ΔΙΑΛΛΕΙΜΜΑΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΣΕΙΡΙΟΣ 1985

Ο συνθέτης Λεό Ραπίτης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1906 από μεγαλοαστική οικογένεια του νησιού. Άρχισε τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών. Έζησε στο Μάντσεστερ 20 χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα κατά το 1930.  Συνέθεσε πολλά τραγούδια. Στην Κατοχή συναντήθηκε στη Μέση Ανατολή με το ζεύγος Τραϊφόρου-Βέμπο και συνεργάστηκαν στο ανέβασμα επιθεωρήσεων στην Αίγυπτο με ορχήστρα που άφησε εποχή. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1948 ταξίδεψε στην Αμερική και έπαιζε πιάνο για ένα διάστημα σε κάποιο νυκτερινό κέντρο της Νέας Υόρκης. Το 1950 επέστρεψε στην Αθήνα όπου και έγραψε τα τελευταία του «αθηναϊκά» τραγούδια.
Μετά από μια περιοδεία στην Αφρική με τις αδελφές Καλουτά παρέμεινε στο τότε Βελγικό Κονγκό, όπου έπαιζε πιάνο και είχε κι ένα κατάστημα μέχρι το 1957, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ανιψιού του Φρέντυ Γερμανού.
Ο δίσκος αυτός του Σείριου περιέχει 12 παλιά ελαφρά τραγούδια για πιάνο και φωνή.
Στο πιάνο ο Γιώργος Κουρουπός. Τραγουδά η Στέλλα Γαδέδη.
Στο συγκεκριμένο κομμάτι τη μουσική έχει γράψει ο συνθέτης Λεό Ραπίτης και τους στίχους ο Κώστας Κοφινιώτης.
Γλυκειά Μαράτα
Παίζεις στην ακρογιαλιά
και το κύμα με φιλιά
σου γιομίζει τα μαλλιά
κι εγώ ζηλεύω.
Κοίταξέ με μια φορά
μες στα μάτια τρυφερά.
Σε λαχταρώ
και σ’ αγαπώ τόσον καιρό.
Γλυκιά Μαράτα
σαν ξωτικό λουλούδι μεθάς,
τρελή ζωγραφιά μου.
Πώς με θαμπώνεις!
Γλυκιά Μαράτα
μεταξωτά γοβάκια φοράς,
πατάς την καρδιά μου
και τη ματώνεις.
Λαχταρώ να σε κοιμίσω
μόλις σε γλυκοφιλήσω
κι απ’ τα χάδια σου να σβήσω,
όταν γι `αγάπη μου μιλάς.
Γλυκιά Μαράτα
σε τροπικά ταξίδια με πας
μ’ αυτό σου το βλέμμα.
Δεν είναι ψέμα.