502 Παλιό χιόνι
Μικρός Ήρως, 2026
Στα Γιάννενα τον είδαν ξημερώματα
να μπαίνει, λασπωμένος ως τα γόνατα.
Ένας παράξενος διαβάτης,
βοσκός, αγρότης, αγωγιάτης.
Στο πρώτο χάνι μπήκε και κοιμήθηκε,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες αναλήφθηκε.
Τα χρόνια του πενήντα τόσα,
τα βάσανά του πεντακόσια.
Τον ξύπνησε κλαρίνο αλαφροπάτητο
που χόρευε στο χιόνι το απάτητο.
Κι άκουσε σύρσιμο καρέκλας
και την ανάσα μιας γυναίκας.
Το χιόνι όλο πύκνωνε στο δρόμο του
που γύριζε στο σπίτι και στο πόνο του.
Είχε στο δάχτυλο δυο βέρες
κι ανύπαντρες τρεις θυγατέρες.
Τον είδανε να φεύγει ξημερώματα
και του ᾿φτανε το χιόνι ως τα γόνατα.
Αλλά δεν ξέρουν οι διαβάτες
τί χιόνι σήκωσε στις πλάτες.
